«Σχέδιο Αθηνά» και Συγκυβέρνηση Η Υπεύθυνη Τομέα Παιδείας της ΔΗΜ.ΑΡ., Μαρία Ρεπούση, τοποθετείται για το σχέδιο στον «Νομικό Παλμό»

Το «σχέδιο Αθηνά», που δημοσιοποιήθηκε στα τέλη Ιανουαρίου από τον Υπουργό Παιδείας κ. Αρβανιτόπουλο, αναμένεται να λάβει την τελική του μορφή σε συνεδρίαση της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής την Τετάρτη 6 Μαρτίου.

Περιλαμβάνει συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων ανά την περιφέρεια, που κύριο σκοπό έχουν να περικόψουν δαπάνες και να συγκεντρώσουν σε στενότερη γεωγραφική βάση τα διασκορπισμένα ακαδημαικά ιδρύματα της χώρας (οι πόλεις ανά την Ελλάδα με τμήματα μειώνονται από 63 σε 51). Επιπροσθέτως, ιδρύεται ομόσπονδο Πανεπιστήμιο με την επωνυμία «Αδαμάντιος Κοραής», το οποίο και θα «συστεγάσει» το Οικονομικό Αθηνών, το Πάντειο, την Πειραιώς, το Χαροκόπειο και το Γεωπονικό πανεπιστήμιο με διατηρημένη την αυτοτέλειά τους.

Στην πανηγυρικού χαρακτήρα δημοσίευση του σχεδίου, ο κ. Αρβανιτόπουλος διακήρυξε την «αναδιάρθρωση του ακαδημαικού χάρτη της χώρας» και τη μέσω αυτής «αντιμετώπιση, με τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις, παθογενειών και στρεβλώσεων των τελευταίων 20 ετών». Η υπεύθυνη Τομέα Παιδείας της Δημοκρατικής Αριστεράς (ΔΗΜ.ΑΡ.), όμως, σε τοποθέτησή της στον «Νομικό Παλμό» αμφισβητεί τον μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα του σχεδίου και αφήνει υπόνοιες επικοινωνιακής στόχευσης και προχειροτήτων σχεδίασης. «Το σχέδιο "Αθηνά"», αναφέρει, «προβλήθηκε ως πρόταση αναδιάρθρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Στην πραγματικότητα είναι μία επιφανειακή και προβληματική απόπειρα επανασχεδιασμού του Ακαδημαϊκού χάρτη». Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, αν αναλογιστεί κανείς, ότι η ίδια η ΔΗΜ.ΑΡ. συνιστά ένα εκ των τριών κομμάτων της συγκυβέρνησης, που θα αναμένετο να υιοθετεί περισσότερο στάση ενεργούς συμμετοχής στις κυβερνητικές αποφάσεις παρά στάση αποστασιοποίησης ή και επικριτικής αξιολόγησης. Η κα Ρεπούση, βέβαια, εκπροσωπώντας την ΔΗΜ.ΑΡ., την ημέρα δημοσίευσης του σχεδίου, απέδωσε την αποστασιοποίηση αυτή στο ότι ενημερώθηκε μη έγκαιρα για την απόφαση αυτή του Υπουργείου και δεν τους δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος για τη διατύπωση σχολίων και παρατηρήσεων εκ μέρους του κόμματός της.

Η διάσταση της ΔΗΜ.ΑΡ. με το «σχέδιο Αθηνά» αποτυπώνεται και σε απάντηση επόμενης ερώτησής μας αναφορικά με την «ύποπτη» υπουργική ανάκληση της μεταφοράς τμημάτων των ΤΕΙ Θεσσαλονίκης και Πάτρας στις Σέρρες και το Μεσολόγγι, κατά το χρόνο μετά τη δημοσίευση του σχεδίου και ενόσω η «δημόσια διαβούλευση» ήταν ανοιχτή. Οι ελλείψεις υποδομών και εξοπλισμού στα πανεπιστήμια υποδοχής θα ‘πρεπε, κατά την εκτίμηση του γράφοντος, να ‘ναι ήδη γνωστές στο Υπουργείο, το οποίο αντιθέτως έδειξε να «αιφνιδιάζεται» από τις αντιδράσεις και να αποσύρει εκ των υστέρων τις αρχικές του ρυθμίσεις. Η βουλευτής της ΔΗΜ.ΑΡ., μάλιστα, σε αποστροφή της δήλωσε ότι «οι επιχειρούμενες αλλαγές δε βασίζονται σε ακαδημαϊκά κριτήρια αλλά είναι αντίθετα υπόλογες για πελατειακή λογική» καταγγέλλοντας με σχετική ασάφεια περιπτώσεις πελατειακής διαχείρισης. Αν και λόγω του χαρακτήρα της συνέντευξής μας δεν καταφέραμε να αποσπάσουμε περαιτέρω εξηγήσεις επ’αυτού, η κα Ρεπούση οφείλει δημοσίως ν’ αναφέρει τις «ύποπτες» κατ’ αυτήν περιπτώσεις σκόπιμης παραμονής ή μεταφοράς τμημάτων ανά την περιφέρεια όχι μόνο εκ της συγκυβερνητικής της αρμοδιότητας, αλλά και εκ της ίδιας της κοινοβουλευτικής της παρουσίας. Αοριστολογικές αναφορές δεν έχουν να προσφέρουν πολλά, μιας και ούτε οι υπό υπόνοια πελατειακών σχέσεων περιπτώσεις πρόκειται ν’ αποσυρθούν ή να καταγγελθούν ούτε το κοινωνικό σώμα πρόκειται να σχηματίσει ξεκάθαρη εικόνα του σχεδίου και των προθέσεων του Υπουργείου. Μια τέτοια στάση, δηλαδή, αφενός εξυπηρετεί τις ενδοκυβερνητικές ισορροπίες και αφετέρου θεμελιώνει δικαίωμα αποστασιοποίησης από πολιτικές επιλογές, που θα ‘πρεπε ν’ αφορούν και τα τρία συγκυβερνούντα κόμματα.

Η κα Ρεπούση, μάλιστα, συνεχίζει την τοποθέτησή της απαξιώνοντας εν όλω τη χρησιμότητα του σχεδίου. «Κατά την άποψή μας η υιοθέτηση του σχεδίου Αθηνά δε θα ωφελήσει την Ανώτατη Εκπαίδευση της χώρας και θα παραπέμψει και πάλι στις καλένδες την αναγκαία αναδιάρθρωση για την ανάπτυξη των Πανεπιστημίων και των Τεχνολογικών Ιδρυμάτων». Η αντιπρόταση της ΔΗΜ.ΑΡ., κατά την ίδια, περιλαμβάνει «την δημιουργία κοινοπραξιών ΑΕΙ, ΤΕΙ και Ερευνητικών Κέντρων στην βάση της συνάφειας γνωστικών αντικειμένων, της γεωγραφικής τοποθεσίας, της συνδιαχείρισης υποδομών και της αποτελεσματικότερης κατά αυτόν τον τρόπο αξιοποίησης του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού». Στο πλαίσιο μίας τέτοιας κοινοπραξίας, δηλώνει, συνεπάγονται και συγχωνεύσεις ιδρυμάτων, σαν αυτές του «σχεδίου Αθηνά», όπου όμως κριθεί, κατά περίπτωση, «απαραίτητο».

Η ΔΗΜ.ΑΡ., λοιπόν, φαίνεται να διαφωνεί με το κύριο αντικείμενο του σχεδίου, δηλαδή με τις συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων, έτσι όπως τουλάχιστον διαμορφώθηκαν σ΄αυτό. Η απόφαση, όμως, του Υπουργείου Παιδείας να «περάσει» το σχέδιο με τη διαδικασία του Προεδρικού Διατάγματος και όχι με τη μορφή νομοσχεδίου δε θα «δοκιμάσει» την διαφωνία αυτή της ΔΗΜ.ΑΡ. στην πράξη, καθώς δε θα μεσολαβήσει κανένα είδος κοινοβουλευτικής ψήφισης του σχεδίου. Η έκδοση κατ’ αυτόν τον τρόπο του εν λόγω σχεδίου είναι δηλωτική του «φόβου» του Υπουργείου για τυχόν καταψήφισή του από τοπικούς βουλευτές της συγκυβέρνησης ή ακόμα και από ολόκληρα συγκυβερνούντα κόμματα (βλ. ΔΗΜ.ΑΡ.). Έτσι, και η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας κατορθώνει να «περάσει» το νόμο που επιθυμεί και ο οιοσδήποτε βουλευτής ή συγκυβερνούν κόμμα έχει τη δυνατότητα να εκφράσει ανέξοδα τη διαφωνία του μ’ αυτό. Πρόκειται, λοιπόν, για μία ιδιαίτερη μορφή συγκυβέρνησης, στην οποία δεν ισχύει ο γενικός κανόνας της διακομματικής συμφωνίας ως όρου συνέχισης του έργου της, όρου που θα επέτασσε στο κόμμα που διαφωνεί ν’ απειλήσει ακόμα και με αποχώρηση σε περίπτωση μη σύγκλισης με τα δικά του δεδομένα.

Ο συγκυβερνητικός βίος «κυλά» με προς τα έσω και έξω πρωτοκαθεδρία του σχετικώς πλειοψηφούντος κόμματος (ΝΔ), χαλαρούς δεσμούς των λοιπών συγκυβερνούντων κομμάτων (ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ΔΗΜ.ΑΡ.) με την κυβερνητική διαδικασία και κατ΄επέκταση χαμηλό αίσθημα ευθύνης εκ μέρους τους για το κυβερνητικό έργο, το οποίο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ‘ναι ρηξικέλευθο. Όταν ακόμα και σ’ ένα σχέδιο, στη στόχευση του οποίου –συγχωνεύσεις- θεωρητικά οι τρεις της συγκυβέρνησης συμφωνούν, δεν «τολμάται» η προτίμηση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, θα υπάρξει τόλμη σ’άλλα, πιο αιχμιακά, πεδία;

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Καούρας

Τεύχος 14ο, Φεβρουάριος- Μάρτιος 2013