Συζήτηση με τον καθηγητή Εργατικού Δικαίου, κ. Παπαδημητρίου, για την Επίταξη και τις Συνταγματικές της Προδιαγραφές 1. Η εφαρμογή του μέτρου της επίταξης στην απεργία των υπαλλήλων του μετρό και των ναυτικών έγινε μέσα στα πλαίσια των συνταγματικ

Συζήτηση με τον καθηγητή Εργατικού Δικαίου, κ. Παπαδημητρίου, για την Επίταξη και τις Συνταγματικές της Προδιαγραφές

1. Η εφαρμογή του μέτρου της επίταξης στην απεργία των υπαλλήλων του μετρό και των ναυτικών έγινε μέσα στα πλαίσια των συνταγματικών προδιαγραφών; Η διαταραχή της κοινωνικής ζωής και η διασάλευση της δημόσιας τάξης σε συνδυασμό με τη βλάβη της δημόσιας υγείας μπορούν να θεμελιώσουν την εφαρμογή του μέτρου;

Μία παρανόηση που επηρέασε το δημόσιο διάλογο τις μέρες εφαρμογής του μέτρου της επίταξης ήταν ότι αυτό μπορεί να επιβληθεί απλά σε περίπτωση γενικής κοινωνικής αναταραχής. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν προβλέπεται πλέον στονόμο 3536/2007, που συγκεκριμενοποιεί τις συνταγματικές προδιαγραφές. Μόνο σε ένα παλαιότερο προεδρικό διάταγμα, το 17/1974, αναφερόταν ο σχετικός λόγος. Στις ισχύουσες σήμερα προϋποθέσεις, λοιπόν, πέρα από τον πόλεμο και την κατάσταση ανάγκης, προβλέπεται ως δικαιολογητικός λόγος επίταξης η βλάβη της δημόσιας υγείας, η οποία όμως και πάλι δεν μπορεί να ερμηνεύεται εκτός ορισμένων ορίων. Δηλαδή, ενώ η εφαρμογή της επίταξης θα μπορούσε να θεωρηθεί οριακά δικαιολογημένη στην περίπτωση της απεργίας των ναυτικών, λόγω αδυναμίας μεταφοράς ασθενών-φαρμάκων από και προς τα νησιά, κάτι τέτοιο δε φαίνεται να ισχύει στην απεργία των εργαζομένων του μετρό. Παρατηρούμε, μ’ άλλα λόγια, όπως έχω επισημάνει και σε άρθρο μου στο «Βήμα», ένα φαινόμενο «συνταγματικού μιθριδατισμού», εξοικείωσης δηλαδή της κοινής γνώμης με συνταγματικές παραβιάσεις.

Στην εν λόγω περίπτωση, δηλαδή της απεργίας του μετρό, όπως και σ’ άλλες, θα ‘πρεπε να διερευνήσουμε εναλλακτικά μέτρα αντιμετώπισης των δημιουργούμενων αδιεξόδων. Το δικαίωμα στην απεργία είναι ζημιογόνο εκ φύσεως και αυτό αναγνωρίζεται από τον συνταγματικό νομοθέτη που το προβλέπει. Είναι ανεκτή, δηλαδή, η κοινωνική εκτόνωση που επέρχεται μέσω της άσκησής του. Επομένως, η κοινωνική ταλαιπωρία δεν είναι το μοναδικό κρίσιμο κριτήριο. Πρέπει να συνεκτιμηθούν και οι εργαζόμενοι και τα δικαιώματά τους. Ζητούμενο, λοιπόν, είναι η εξισορρόπηση των επιμέρους συμφερόντων μέσα από το διάλογο, τη συνεννόηση, τη διαμεσολάβηση τρίτων. Πολύ φοβάμαι ότι δεν έγινε κάτι απ’ αυτά, αλλά είχαμε εφαρμογή μίας «πολιτικής πυγμής», η οποία δε σέβεται απόλυτα τις συνταγματικές προδιαγραφές. Η συνεννόηση αυτή αφορά, βέβαια, και τα δύο μέρη, κυβέρνηση και εργαζομένους.

2. Το «νόμιμο» ή «παράνομο» μιας απεργίας, ως προς το συγκαλούν όργανο ή τη διαδικασία λήψης της απόφασης, θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εφαρμογή ενός μέτρου καταστολής της;

Το δικαίωμα της απεργίας δεν ασκείται απλά από συνδικαλιστικές οργανώσεις ή από εσωτερικές πλειοψηφίες και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό. Ασκείται τελικά απ’ τους ίδιους τους εργαζομένους. Ακόμα, δηλαδή, και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι όροι νόμιμης λήψης απόφασης για απεργία, η επιτυχία αυτής εξαρτάται από τη μαζική συμμετοχή των εργαζομένων. Αν με ρωτάτε, πάντως, μία κοινωνία δεν προχώρησε ποτέ με αδιάλλακτες συνδικαλιστικές ηγεσίες. Οι κοινωνίες προχωρούν με κοινωνικούς συμβιβασμούς και εξεύρεση ισορροπιών. Διαφορετικά έχουμε μία κοινωνία που δε συμβαδίζει με την ποιότητα της δημοκρατίας στη χώρα μας. Πάντως η έννομη τάξη μας προβλέπει διαδικασίες σε βάρος όσων δεν μετέχουν σε νόμιμη απεργία και η επίταξη σαφώς δεν αποτελεί ούτε το μόνο ούτε το πλέον ενδεδειγμένο μέτρο.

3. Οι επαναλαμβάνομενες απεργίες επί του ιδίου θέματος θεμελιώνουν επαναλαμβάνομενες επιτάξεις ή αρκεί και η πρώτη μόνο; Πώς κρίνετε την επαναληπτική εφαρμογή τηςεπί διαφορετικών περιπτώσεων;

Αν η πρώτη επίταξη είναι νόμιμη, θεωρητικά δε χρειάζεται δεύτερη γιατί και η πρώτη εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό . Πάντως πρέπει να επισημανθεί οτι ζούμε σε μία περίοδο κρίσιμη, που περιλαμβάνει συχνά αντικοινωνικά μέτρα, οπότε είναι κατ’αρχήν αμφισβητήσιμη η σκοπιμότητα εφαρμογής ενός σκληρού μέτρου, όπως αυτό της επίταξης. Για παράδειγμα, στις περιπτώσεις που αναφέρατε, η εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου στον Δημόσιο τομέα είναι άδικη. Δεν μπορεί, δηλαδή, να αμείβονται με τον ίδιο μισθό ο κλητήρας με απολυτήριο Γυμνασίου με τον οδηγό του μετρό με επίσης απολυτήριο Γυμνασίου, που ασκεί υψηλής σχετικά ευθύνης και κινδύνου επάγγελμα. Ο ισοπεδωτισμός είναι εύκολος και ως τέτοιος πρέπει ν’ αποφεύγεται. Αλλά και η παροχή κάποιων πρόσθετων επιδομάτων δεν εξισούται με την διαμόρφωση κατάλληλου ύψους μισθού.

4. Η εφαρμογή, λοιπόν, της επίταξης, σ’ αυτές τις συνθήκες, εξυπηρετεί κάποια προληπτική σκοπιμότητα γενικής καταστολής;

Δε θέλω να μιλήσω για σκοπιμότητα. Αυτό που ξέρω και θέλω να πώ είναι ότι πρόκειται σίγουρα για μία παράνομη, το υπογραμμίζω, πολιτική πυγμής. Ως εργατολόγος μπορώ επίσης να πώ ότι δε χρησιμοποιήθηκαν όλα τα δυνατά εναλλακτικά μέσα. Οι ήδη ισχύοντες νόμοι έχουν περιορίσει την υιοθέτηση τέτοιων εναλλακτικών μεθόδων παρέμβασης ανεξάρτητων τρίτων. Υπό δημοκρατικό πλαίσιο, η επίταξη δεν είναι κανόνας αλλά εξαίρεση. Και σε κάθε περίπτωση, όταν υφίσταται παραβίαση του Συντάγματος, οι αναλύσεις σταματούν. Το Σύνταγμα μπορεί να μην είναι βίβλος, αλλά είναι κείμενο με αποκρυσταλλωμένες κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις, που πρέπει να τυγχάνει σεβασμού.

5. Αφού, λοιπόν, η επίταξη είναι παράνομη γιατί τ’ ασφαλιστικά μέτρα δεν έγιναν, ενώπιον του ΣτΕ, δεκτά;

Υποθέτω ότι τα ασφαλιστικά μέτρα δεν έγιναν δεκτά για τυπικούς λόγους, δηλαδή για το ότι ο υπέρτατος κίνδυνος βλάβης δεν θεμελιώθηκε, που αποτελεί εξαιρετικά περιοριστική προϋπόθεση, και όχι γιατί το Δικαστήριο αποφάνθηκε και επί της ουσίας της υποθέσεως.

Επιμέλεια: Eλένη Αναγνωστοπούλου, Κωνσταντίνος Καούρας

Τεύχος 14ο, Φεβρουάριος- Μάρτιος 2013